_19 Ιουνίου.., καλοκαίρι, αρχές του.. Αντίθετα απ’ τον πανζουρλισμό και την πληρότητα του χειμώνα είναι άδειο το χωριό. Ένα περίπτερο δίπλα στο πάρκιν, η Α. θέλει ν’ αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα. «Πως θα πιω τον καφέ μου;», τ’ αγοράζει και η βόλτα συνεχίζεται.. Το πρώτο μαγαζί του δρόμου με σουβενίρ μαζεύει τα πράγματα από τον δρόμο, ετοιμάζεται να κλείσει.. Πάει 7 το απόγευμα και η μέρα ήταν άδεια. Η ιδιοκτήτρια κοντοστέκεται.. Είδε επισκέπτες του χωριού. Αφήνει τα πράγματα μέχρι να διαπιστώσει αν θα μπουν ή απλά θα προσπεράσουν. Δεν θέλει να φανεί αφιλόξενη. Προσπερνούν, ψάχνουν για καφετέρια. Είναι ζεστή μέρα, οι περισσότεροι ψάχνουν θάλασσα. Κλειστά όλα.. Κάθονται στα σκαλάκια ενός καλντεριμιού. Εκείνη ανοίγει το πακέτο, κάθεται και ανάβει ένα τσιγάρο. Χωρίς καφέ. Εκείνος κατεβαίνει παίρνει μια φωτογραφία και γυρίζει.. στρίβει ένα τσιγάρο με τη σειρά του και ηρεμούν στην αναπάντεχη ηρεμία του χωριού..
Tuesday, November 13, 2007
σεναριο10
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment