_εισοδος σουπερ-μαρκετ, οδος δημητριαδος, βολος_
Tuesday, November 27, 2007
Tuesday, November 13, 2007
σεναριο1
_¨Τηλεκοντρόλ γκαραζόπορτας παρέχεται; Το χειμώνα χρειάζεται γιατί δεν βγαίνω απ’ το αυτοκίνητο μου καθόλου. 8 το πρωί μπαίνω, 8 το βραδυ βγαίνω. Δεν μπορώ να χάνω τόσο χρόνο ούτε καν να ψάχνω για θέση. Μετά από τέτοια κούραση...¨
_ ¨Μα, φυσικά αφού το γράφει και στην αγγελία μάλιστα. Φουλ έξτρα, ζεστό το χειμώνα, δροσερό το καλοκαίρι.. Τη διαβάσατε, δεν τη διαβάσατε;¨
_¨Ηταν το μοναδικό μέρος που δεν περίμενα να δω τέτοια αγγελία. ¨
_¨Δεν υπήρχε ούτε χρόνος, ούτε χρήματα για ν’ ανακοινωθεί σε εφημερίδα. Ήταν ο πιο εύκολος τρόπος.¨
_¨Πότε μπορούμε να βρέθουμε για να το δούμε από κοντά; Σήμερα αν γίνεται γιατί θα ήθελα να αγοράσω άμεσα. Άλλωστε η αγγελία δεν υπάρχει πλέον. Την έσκισα για να έχω το τηλέφωνο.¨
_¨Ναι μάλιστα, κακώς την βγάλατε, ελπίζω να τα βρούμε σε όλα. Ραντεβού σε μια ώρα στο καφέ στο σημείο που τη διαβάσατε. Είναι καλά;¨
_¨Σύμφωνοι.. Θα φοράω ένα κόκκινο πουκάμισο. Σας περιμένω. Δημήτρης λέγομαι.¨
_¨Εντάξει θα σας βρω εκεί. Γεια σας...¨
σεναριο2
_Σου έχω πει να μην καπνίζεις μέσα στο σπίτι.. Δεν μπορώ μωρέ άλλο, δεν το καταλαβαίνεις; Μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα είσαι όλη την ώρα. Ακόμα δεν μπήκες στο σπίτι άναψες τσιγάρο. Και βήχεις, όλο βήχεις.. Αφού μόνο κακό κάνεις και σ’ εσένα και στα νεύρα μου. Πρέπει να είμαι εγώ η παράξενη όλη την ώρα; Στους ανθρώπους μια φορά μιλάνε. Εγώ φταίω που σε πίστεψα ότι θα το κόψεις. Εγώ φταίω, η παράξενη. Αλλά όχι δεν θα ξανασυμβεί αυτό. Φεύγω..
...Δυνατό χτύπημα στην πόρτα, ανοίγει το ασανσέρ και μπαίνοντας η μυρωδιά του τσιγάρου την ακολουθεί. Τρελαίνεται, βγαίνει, γυρίζει, γράφει, και ξαναφεύγει προς τα έξω χωρίς να πει λέξη. Μέχρι να γυρίσει αυτός πρόλαβε ν’ αδειάσει το πακέτο...
σεναριο3
_Γεια σας, ένα Winston μου δίνεται; Έχετε κάρτες για παρκάρισμα; _Ορίστε.. όχι δεν έχω. Μισό λεπτό, δεκάρικο δεν μου δώσατε; Να τα κρατήσω;
_Έχετε κάρτες στάθμευσης; Όχι; Που μπορώ να βρω;
_Μήπως μπορείτε να μου δώσετε κάρτα στάθμευσης; Λίγο γρήγορα γιατί έχω παρκάρει μες στη μέση. Δεν έχεις; Που θα βρω; Μας υποχρέωσες..
_Πόσο κάνουν όλα μαζί; Αααα..Δεν έχω ψιλά. Μπορώ να έχω και μια κάρτα στάθμευσης; Που θα βρω; Εντάξει, δεν πειράζει..
_Δεν υπάρχουν κάρτες για στάθμευση ούτε ξέρω ποιος έχει.. Θα το κρεμάσω κιόλας γιατί με ζαλίσανε. Αααα..150 φορές τη μέρα._
σεναριο4
_Αυτό θα το πάρω για την αδερφή μου. Δεν γίνεται συνέχεια να την ακούω για τα ψωμάκια και τα φραντζολάκια. Πόσα κιλά είσαι; _56, πρέπει να χάσω δυο αλλιώς δεν βγαίνω στην παραλία_
_Θα μας τρελάνεις εσύ ή θα σε τρελάνω εγώ; Πάνω στο ψυγείο θα της το κρεμάσω να λιώσω στο γέλιο μόλις το δει. Και αν το ανοίξει θα βάλω και μια τούρτα μέσα, να δω τι θα κάνει. Τέλειο ε...; Πόσο κάνει; Ναι για δωράκι, ευχαριστώ..
σεναριο5
_Που πας ρε μαλάκα..; περίμενε εδώ. Η μάλλον φύλα τσίλιες μην σκάσει κανένα γουρούνι.
Χωρίζονται και βάφει.
_Τελειώνω ρεεε. Τι φωνάζεις το εγραψα. Έλα να δεις.
_Βάλε υπογραφή. Και πάμε.. πάμε ν’ αδειάσουμε καμιά τσέπη να δούμε πως θα τη βγάλουμε και σήμερα. Δεν έχω μία.
_Δεν γαμιέται.., τι τα ‘χουμε τα γαλόνια..;
.... Τρέχουν, αρπάζουν, γελάνε και αστους να φωνάζουν.
_Τσάμπα την έφαγα ρε.. Μόνο 25 ευρώ είχε μέσα. Θα την πουλήσουμε, θα πιάσει άλλα τόσα λες; Σειρά σου.. Πιάσε δουλειά, μιάμιση ώρα μας έμεινε.
σεναριο6
_Το ρολόι γράφει 10:15. Η παρουσίαση ξεκινάει στις 10 αλλά κανείς εδώ. Μήπως είπαν 11; Μήπως έχει βγει ανακοίνωση στη γραμματεία; Κανείς δεν τις κοιτάει. Απλά φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια.
_Άγχος. Είναι λογικό αφού είναι η πρώτη. Και τι θα πω; Πως θα τα πω; Μήπως να κάναμε μια πρόβα; Θα με κοιτάνε όλοι στα χείλια; Δεν το μπορώ,..το κεφάλι κάτω και μιλάς. Γειά σας, είμαι... και η ιδέα μου ξεκίνησε.. ή μήπως όχι; ..Μα..Μα.. Δεν μπορώ.. Να τα γράψω καλύτερα, και όποιος θέλει θα σταματάει να το διαβάζει.
σεναριο7
_Να παραγγείλουμε άλλο ένα; Ένα τελευταίο μόνο 4 έχουμε πιει.. εγώ πάντως δεν παίρνω τιμόνι. Είναι η μέρα τέτοια σήμερα. Είχαμε καιρό να βγούμε ρε παιδιά. Θυμάστε την τελευταία φορά; Είχε ποτίσει όλες τις κολώνες ο Χ. Και στο τέλος νόμιζε ότι τον παρακολουθούσαν. Δεν θυμάσαι τίποτα;
_Γιατί εσένα λίγες φορές σ’ έχω μαζέψει; Έτσι πάνε αυτά. Αν δεν το ζήσεις δεν θα έχεις να το λες. Πάμε γι’ άλλα.. χειρότερα. Δεν κολώνουμε εμείς πουθενά. Έλα γειά μας... Κοπελιά θα φέρεις άλλη μια γύρα; Κι ένα ποτήρι για σένα, δεν φεύγουμε από δω αν δεν σε μεθύσουμε σήμερα. Μαζί θα πίνουμε..
σεναριο8
_Αυτό θα το αφήσω εδώ να το δει. Είναι ότι μου έμεινε απόψε. Θα το γράψω να με θυμάται. Μπάρμαν.. Βάλε να πιούμε στην υγειά της, και ας μην το μάθει ποτέ. Δεν θα την κάνω να νιώσει καλύτερα. Για μένα το κάνω. Για πάρτη μου..
... Σούλα, που είσαι ρε γαμώτο, που πάω εγώ; Γιατί ρε Σούλα; Γιατί; Σήκωσέ το, πες μια κουβέντα, κάτι.. Τι έκανα; Γιατί ρε Σουλίτσα; ...
_Αυτό ήταν με παράτησε. Αλλά εγώ φταίω, εγώ φταίω που με παράτησε. Της είπα πως δεν θα το ξανακάνω, αλήθεια. Αυτή τίποτα βράχος.. Ποτό.. Μπάρμαν ένα τελευταίο και κράτα τα ρέστα, δεν αξίζει τίποτα. Θα το πιω κ αυτό στην υγειά της. Πολύ καλό κορίτσι, αλλά ο Κώστας τα σκάτωσε.. Ααα ρε Κώστα, Γιατί ρε Κώστα; Γιατί; Πάει τώρα Κωστάκι πάει και πίσω δεν γυρνάει.. Γιατί ρε Κωστάκι;
σεναριο9
_Τι ώρα πρέπει να πάει για να τελειώσουμε την κωλο-διόρθωση; Ήμαρτον, άμα κάθετε μιαμιση ώρα σε κάθε ομάδα ούτε αύριο δεν τελειώνουμε...
_Κυλικείο,..καφές..,πάλι πίσω,..κυλικείο,νερό..,κοντεύουμε; Μπα.. πότε επιτέλους; Κυλικείο..,σάντουϊτς..,άλλη μια ώρα χαμένη. Βόλτα στους υπολογιστές, ιντερνετ.., κυλικείο, καφές.., ακόμα μισή ώρα βολτάροντας στη σχολή.. Επιτέλους πότε θα διορθωθούμε; Αμάν_
_Πέτρο, δεν πάμε να φύγουμε και ερχόμαστε αύριο με ραντεβού. Δεν βλέπω μέλλον.. θα μας ξεπετάξει σε δυο λεπτά για να φύγει ρε..
_Κι εσείς περιμένετε; Δεν πάμε για καφέ;
_Έχουμε πιει από 3 τόσες ώρες..
_Πάμε για τσίπουρα..
_Φύγαμε..
σεναριο10
_19 Ιουνίου.., καλοκαίρι, αρχές του.. Αντίθετα απ’ τον πανζουρλισμό και την πληρότητα του χειμώνα είναι άδειο το χωριό. Ένα περίπτερο δίπλα στο πάρκιν, η Α. θέλει ν’ αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα. «Πως θα πιω τον καφέ μου;», τ’ αγοράζει και η βόλτα συνεχίζεται.. Το πρώτο μαγαζί του δρόμου με σουβενίρ μαζεύει τα πράγματα από τον δρόμο, ετοιμάζεται να κλείσει.. Πάει 7 το απόγευμα και η μέρα ήταν άδεια. Η ιδιοκτήτρια κοντοστέκεται.. Είδε επισκέπτες του χωριού. Αφήνει τα πράγματα μέχρι να διαπιστώσει αν θα μπουν ή απλά θα προσπεράσουν. Δεν θέλει να φανεί αφιλόξενη. Προσπερνούν, ψάχνουν για καφετέρια. Είναι ζεστή μέρα, οι περισσότεροι ψάχνουν θάλασσα. Κλειστά όλα.. Κάθονται στα σκαλάκια ενός καλντεριμιού. Εκείνη ανοίγει το πακέτο, κάθεται και ανάβει ένα τσιγάρο. Χωρίς καφέ. Εκείνος κατεβαίνει παίρνει μια φωτογραφία και γυρίζει.. στρίβει ένα τσιγάρο με τη σειρά του και ηρεμούν στην αναπάντεχη ηρεμία του χωριού..